Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Μy Μανιφέστο (το μικρό κόκκινο βιβλίο)

Δεν γνωρίζω τι θα έχει συμβεί στη δύσμοιρη Ελλάδα όταν τυπωθεί αυτό το άρθρο. Με δεδομένη την περιοδικότητα της έκδοσης είναι δύσκολο να βρίσκεσαι ακριβώς μέσα στην επικαιρότητα. Ελπίζω πάντως να μην θυμίζουμε Αργεντινή ή και Λιβύη.  Για την ακρίβεια ελπίζω να μην σκοντάψουμε πουθενά και καθώς περνάει ο καιρός οι συμπατριώτες μας να το πάρουν απόφαση ότι τελείωσαν οι δραστηριότητες ήσσονος προσπαθείας και θα πρέπει σιγά-σιγά να ξαναρχίσουμε σε αυτή τη χώρα να παράγουμε μόνοι μας τα λεμόνια μας (που λέει ο λόγος και που άκουσα μια μέρα κάποιον να λέει σε ένα «παράθυρο» και σκέφτηκα «πες τα χρυσόστομε!»).
Προς το παρόν πάντως μου φαίνεται ότι αυτό οι πιο πολλοί δεν το έχουν πάρει ακόμα απόφαση και μέχρι και τώρα συνεχίζουν το βιολί τους σα να μην υπάρχει αύριο. Πού κολλάνε όμως;
Είναι πολύ απλό. Μετά από τριάντα χρόνια εγκατάλειψης της πραγματικής πρωτογενούς παραγωγής, αποβιομηχάνησης, υπερπληθωρισμού τιμών του εμπορίου, των υπηρεσιών (δείτε λ.χ. τον τουρισμό) αλλά και της εργασίας με εντελώς αναντίστοιχη βελτίωση της ποιότητας και βέβαια μετά από τριάντα χρόνια κοινωνικής και μορφωτικής ισοπέδωσης η χώρα κατοικείται πλέον κατά κύριο λόγο από άλογους καταναλωτές, μέτριους χρήστες και εισαγωγείς-αντιγραφείς τεχνογνωσίας, αναξιοπρεπείς και αφιλότιμους συναλλασσόμενους, κάτι σαν μεταμοντέρνους πρωτόγονους, χαρακτηριστικό που διατρέχει όλα τα κοινωνικά, επαγγελματικά, «μορφωτικά», ταξικά στρώματα, ταυτόχρονα δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρηματίες, μορφωμένους και αμόρφωτους.
Ισχυρίζομαι ότι κατά βάση το πρόβλημά μας είναι πρόβλημα ανθρώπινου δυναμικού. Και αυτό όχι γιατί υπάρχουν λίγοι ταλαντούχοι και έξυπνοι άνθρωποι στη χώρα, όχι γιατί βρισκόμαστε στην εργασία μας λίγες ώρες (οι γερμανοί δουλεύουν σαφώς λιγότερο από τους Έλληνες), όχι γιατί έχουμε μια αξιοθρήνητη κουλτούρα σα λαός – εντελώς αντίθετα – αλλά γιατί έχουμε επαναπαυθεί στα εύκολα επί μακρόν. Και θα ήθελα να συμπληρώσω και γιατί έχουμε δώσει στο χρήμα μεγαλύτερη αξία από αυτή που πραγματικά έχει, δηλαδή την αξία ενός μέσου που διευκολύνει την οικονομική δραστηριότητα και τίποτα παραπάνω.
Έχουμε λοιπόν πρόβλημα ανθρώπινου δυναμικού. Γιατί το χωράφι που κατοικούμε από την αρχή της ιστορίας είναι πιθανότατα το καλύτερο στον κόσμο. Φυσικοί πόροι, περιβαλλοντικές συνθήκες, ενέργεια, γεωστρατηγική θέση, παράδοση, τρόφιμα, κ.λ.π. Πολλοί θα σκοτώναν για ένα τέτοιο χωράφι (και το κάνουν).
«Πώς όμως το λύνουμε αυτό το πρόβλημα;» είναι προφανώς τώρα το ερώτημα. Δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσει κανείς για να υποστηρίξει την άποψη ότι, στην Ελλάδα τουλάχιστον, λύσεις σε τέτοια προβλήματα είναι μάλλον αδύνατο να δώσει οποιοσδήποτε κεντρικός πολιτικός σχεδιασμός. Τέτοιο πράμμα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ στα 190 χρόνια της ιστορίας του κράτους και νομίζω ότι τη συγκεκριμένη «ποιότητα» γενικά δεν την έχουμε σα λαός. Πιστεύω ακόμη ότι έχει αρχίσει να γίνεται κατανοητό ότι η λύση, εφόσον υπάρξει, δεν θα είναι στιγμιαία. Όσο μας πήρε να φτάσουμε εδώ που είμαστε τώρα, αλλά τόσο θα μας πάρει και να φύγουμε μακριά. Η γενιά μας έχει μια ευκαιρία, όταν (και αν) βγει στη σύνταξη να έχει βάλει τη χώρα σε ένα καλό δρόμο – αυτό είναι όλο. Πώς όμως θα γίνει αυτό;
Νομίζω ότι λίγο ως πολύ οι περισσότεροι το έχουν καταλάβει αλλά δυσκολεύονται να το συστηματοποιήσουν στη σκέψη τους. Με λίγα λόγια όμως είναι κάτι τέτοιο:
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να γίνουμε αρκετά πιο λιτοί όλοι και να απαιτούμε έντονα και συστηματικά από τους γύρω μας να κάνουν το ίδιο. Μόνο έτσι θα αρχίσει να κυκλοφορεί πάλι χρήμα στην οικονομία και θα πάρουν μπρος οι μηχανές. Αν κάποια πράγματα αρχίσουν να κουνιούνται, οι υπόλοιποι, οι στάσιμοι, σταδιακά θα παρακινηθούν και θα ακολουθήσουν. Go with the flow, κατά το βρυθονικόν.
Ύστερα καλό είναι να αρχίσουμε όλοι να ψάχνουμε για συνέργειες με τους διπλανούς μας. Δύο χωράφια είναι καλύτερα από ένα, αλληλοσυμπληρωνόμενα προϊόντα και υπηρεσίες είναι πιο θελκτικά συνήθως ως «πακέτο», κ.ο.κ.
Πρέπει ακόμα να επιχειρήσουμε εκεί που είναι πιθανόν να έχουμε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Πατώντας λ.χ. πάνω στην ποιότητα του τόπου, γυρίζοντας ακόμα και στην πρωτογενή παραγωγή αλλά παράλληλα εξασφαλίζοντας την ολοκλήρωση της παραγωγικής αλυσίδας κατά το δυνατόν μέσα στη χώρα και ταυτόχρονα ενισχύοντας την ποιότητα του προϊόντος μας ακολουθώντας το γνωμικόν «value for money». Δεν νομίζω ότι ως χώρα μπορούμε να ταϊσουμε τα δισεκατομμύρια των πεινώντων με φθηνό προϊόν. Αυτό είναι και μάλλον θα παραμείνει ειδικότητα των κινέζων. Εμείς μπορούμε να φτιάξουμε πολύ καλά προϊόντα για τους πιο καλοζωισμένους αυτού του πλανήτη. Και βέβαια πρέπει να κάνουμε και το ανάλογο marketing.
Πρέπει να αφήσουμε στην πάντα την καραμέλλα της προσέγγισης ξένων επενδύσεων. Δεν χάθηκαν οι Έλληνες επενδυτές, αρκεί να αφήνουμε και κανένα άνθρωπο να δουλέψει σε αυτή τη χώρα και να μην κυνηγάμε τους πάντες να τους πάρουμε το πουγγί τους για να γεμίσουμε το πιθάρι χωρίς πάτο του δημοσίου τομέα. Στην Ελλάδα οι φορολογικές νομοθεσίες είναι τόσο ανέκδοτα όσο και η περιβόητη «πάταξη της φοροδιαφυγής».
Πρέπει κάποια στιγμή αφενός κάποιοι να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε τη μόρφωση από την καριέρα και αφετέρου να δώσουμε στους πολλούς τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς και χρηστικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται και μεσαία στελέχη αλλά και εργατική δύναμη με κάποιες αξιολόγες δεξιότητες. Ποια παραγωγικότητα εργασίας επιζητούμε όταν το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας κατά κανόνα δανείζει κάποιο μέρους του χρόνου του στις επιχειρήσεις αντί υψηλού τιμήματος ενώ συνήθως δεν έχει το επίπεδο να προσφέρει κάποια μετρήσιμη αξία στην παραγωγική διαδικασία;
Και κάτι για το τέλος. Στη χώρα, λόγω των ιδιομορφιών της, υπάρχει συσσώρευση πολύτιμης τεχνογνωσίας σε ορισμένους ανθρώπους της οικονομίας. Πρέπει οι επιχειρήσεις να βρουν τρόπους να αξιοποιήσουν αυτό το κατά βάση ανεκμετάλλευτο και ανεκτίμητο κεφάλαιο.
Ώρα για δουλειά. Πάρτε το απόφαση.

Γιάννης Ζώης, Μάρτιος 2011 / Περιοδικό "Supply Chain & Logistics"
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου