Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Χρονιά αλλαγών

ΟΚ, τώρα πια είναι όντως 2012. Θυμάστε πριν περίπου δύο χρόνια ένα άρθρο αυτής της στήλης με τίτλο: «2012 τώρα»; Σήμερα δεν είναι καλαμπούρι.

Βέβαια πολύ λίγα πράγματα πια ακούγονται έστω και λίγο αστεία. Τα μόνα αστεία που ακούμε τα λένε οι πολιτικοί και οι συνεργάτες τους «τεχνοκράτες» και «σοφοί», εδώ και στην άλλη Ευρώπη, αν και κάποια στόματα σιγά-σιγά ανοίγουν και αρχίζουν να ξεφεύγουν οι σκληρές και αναπόφευκτες αλήθειες για το τι έγινε τα τελευταία 2-3 χρόνια και για το τι έρχεται ως συνέπεια. Αυτό που θα αργήσουμε πάντως να ακούσουμε είναι το «γιατί» έγινε ό,τι έγινε, επειδή μάλλον δεν πολυσυμφέρει τη σοβαροφανή αλλά ουσιαστικά ασύνδετη με την κοινωνία και την πραγματική οικονομία φαρσοκωμωδία που διαφημίζει ότι κυβερνά τη χώρα.

Αστείο είναι για παράδειγμα ότι ο ελάχιστος μισθός στον ιδιωτικό τομέα φταίει για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και όχι λ.χ. η εγκατάλειψη της παραγωγικής διαδικασίας και της εξαγωγικής προσπάθειας τα τελευταία 30 χρόνια με δέλεαρ ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ή η εξοντωτική φορολογία προς την πραγματικά παραγωγική, καθ’όλα νόμιμη, μη κρατικοδίαιτη και ελληνικών συμφερόντων μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ή το υψηλό ασφαλιστικό κόστος χωρίς ανταποδοτικότητα για τους πραγματικούς εργαζόμενους σε αυτή τη χώρα όταν οι πόροι των ταμείων διασπαθίζονται από την κρατική κακοδιαχείριση και καταλήγουν να πληρώνουν μεταξύ άλλων μεγάλες συντάξεις πρόωρα συνταξιοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων. Δίπλα σε αυτά θα μπορούσε να γράψει κανείς βιβλία επί βιβλίων για τις αιτίες της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας από τότε που για να εξασφαλιστεί η «δυτική» πορεία της χώρας ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, λες και χρειαζόταν να επιβεβαιωθεί ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν». Δεν βρέθηκε κανένας χριστιανός – βλέπετε – στην εποχή της παράνοιας του ψυχρού πολέμου να κάνει την ψύχραιμη παρατήρηση ότι η Ελλάδα, ανεξαρτήτως εγχώριων πολιτικών εξελίξεων, δεν θα μπορούσε παρά να ανήκει στη Δύση λόγω κουλτούρας και νοοτροπίας του λαού μας, ή όπως θα έλεγαν κάποιοι σοφότεροι από εμάς ότι η Ελλάδα είναι και πάντα υπήρξε ο ορισμός της «δύσης». Πληρώνουμε έτσι την υστερία όσων ξένων μας έβλεπαν πάντα με καχυποψία και παράλληλα την ανικανότητα, μικρότητα ή αδιαφορία των ντόπιων ιθυνόντων που δεν έφερναν και δεν φέρνουν καμμία αντίρρηση σε ο,τιδήποτε παρανοϊκό τους ζητάνε.

Αστείο είναι επίσης να παρακολουθούμε το χρεοκοπημένο Ελληνικό Δημόσιο να έχει αρχίσει τώρα μόλις τελευταία να ψιλοπροσαρμόζει ουσιαστικά τις αμοιβές των υπεράριθμων υπαλλήλων του στην πραγματικότητα της δικής του χρεοκοπίας, έχοντας όμως πριν επιβάλει με ανεδαφικές πολιτικές επί δύο χρόνια τη χρεοκοποπία μεγάλου μέρους του ιδιωτικού τομέα και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που ως γνωστόν είναι η αγελάδα που αρμέγεται τόσα χρόνια για να συντηρείται και να διαιωνίζεται ένα σύστημα εξουσίας εντελώς αναντίστοιχο με τα συμφέροντα και τις ανάγκες της ελληνικής παραγωγής. Επίσης αστείο είναι να λέγεται ότι πρέπει να ακουλουθηθούν αυστηρά οι λεγόμενες «μνημονιακές» πολιτικές για ακόμα μια δεκαετία με την ελπίδα – όχι πολύ βάσιμη, σημειώνω – ότι το σύστημα εξουσίας θα έχει έτσι το χρόνο να βρει το σενάριο της επιβίωσής του. Όμως οι Έλληνες παραγωγοί και εργαζόμενοι – και με τον όρο αυτό εννοώ και τους επιχειρηματίες, αν όχι κυρίως αυτούς, για να πάψει επιτέλους το καλαμπούρι της παλαιο-αριστερής ιδεοληψίας που έχει υιοθετηθεί και από το σύστημα εξουσίας – δεν ενδιαφέρονται για την επιβίωση ενός συστήματος που έχει εδώ και καιρό αποστασιοποιηθεί από τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας. Είναι φανερό ότι οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας έχουν συμφέρον από μια πολύ γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας και φοβάμαι ότι τώρα πια αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τολμηρές στρατηγικές επιλογές που θα αμφισβητήσουν εθνικά taboo των τελευταίων δεκαετιών.

Δεν μπορεί κανείς βέβαια να είναι και πολύ συγκεκριμένος στην παρούσα φάση, γιατί θα πέσουν όλοι να τον φάνε. Αλλά λ.χ. γιατί η πρώτη μας σκοτούρα να είναι η παραμονή στην ΕΕ, όταν αυτή τη στιγμή είναι ασαφές το μέλλον της ή τέλος πάντων η μελλοντική της μορφή; Και ας πάψουμε να τρομοκρατούμε τέλος πάντων τους ανθρώπους ότι η πιθανότητα αλλαγής νομίσματος ισοδυναμεί με το τέλος του κόσμου και τη Δευτέρα Παρουσία. Το μόνο τέλος που πιθανότατα θα επιφέρει είναι αυτό του σημερινού κομματικού συστήματος, γιατί σαφέστατα οι καταστάσεις που θα προκύψουν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα χρειαστούν πολύ σοβαρότερους διαχειριστές καθώς μια τέτοια - αναγκαστική ή εκούσια - στροφή θα απαιτούσε αποφασιστικότητα, ισχυρά εξωτερικά ερίσματα («δυτικά», μην πάει αλλού το μυαλό σας) και ταχύρρυθμη και αποτελεσματική προετοιμασία. Πράγματα δηλαδή εντελώς έξω από τις δυνατότητες των τώρα κυβερνώντων.

Με τα προηγούμενα δεν υπαινίσσομαι ότι σώνει και καλά οι λύσεις για το εθνικό μας πρόβλημα θα είναι μονοσήμαντα δραματικές, αλλά τα ακριβώς αντίθετα. Ότι δηλαδή δεν υπάρχουν οι πολυδιαφημισμένες αυταπόδεικτες αλήθειες ούτε τα ανάλογα ακλόνητα δόγματα και μονόδρομοι. Το μόνο που μου φαίνεται σίγουρο είναι ότι το κόστος της κακοδιαχείρισης της χώρας είναι πλέον αβάστακτο. Αυτό άλλωστε μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό και στο χώρο μας, το χώρο του management, όπου είναι γνωστό ότι η προβληματική ή ανεπαρκής διοίκηση οδηγεί την όποια επιχείρηση στο γκρεμό, ό,τι πόροι κι αν αναλωθούν και όσο χρόνο και αν της δώσεις. Το κακό management ήταν πάντα ο πιο ύπουλος και επικίνδυνος παραγωγός κόστους.

Το 2012 είναι εδώ. Ο κόμπος έχει φτάσει πια στο χτένι. Έρχονται αλλαγές, είτε με το καλό είτε με το στανιό. Ας αποφύγουμε πάντως το δεύτερο (δηλαδή το χάος) και ας είμαστε αισιόδοξοι.


Γιάννης Ζώης / Γενάρης 2012

The shape of jazz to come

Υπογράψαμε! Δεν ξέρω κάτω ακριβώς από ποιο κείμενο αλλά υποτίθεται ότι και πάλι σωθήκαμε (ή πιθανολογείται ότι μάλλον σωθήκαμε – όταν κυκλοφορήσει το τεύχος θα ξέρουμε πιο σίγουρα... που λέει ο λόγος...). Την ίδια στιγμή κάποιοι πλακώνονται για το ποιος θα πάρει το καλό γραφείο και ποιανού οι υπάλληλοι είναι οι καλύτεροι, άλλοι έχουν αφήσει τα φιλαράκια τους στο έλεος του εισαγγελέα και σκέφτονται την «επόμενη ημέρα», άλλοι ψάχνονται αν είναι ευρωπαϊστές ή αντι-ευρωπαϊστές (αν και δεν είναι ακριβώς σαφές τι σημαίνουν και τα δύο). Αν υπήρχε και αρκετή δουλειά στην εγχώρια αγορά, πλάκα θα είχαν όλα αυτά δι’ ημάς τους κοινούς θνητούς.
Κάτι που σίγουρα πάντως έχει την πλάκα του – δράττομαι της ευκαιρίας να γράψω - (και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα σοβαρά πράγματα πάντα σερβίρονται με χιούμορ), είναι να παρακολουθείς την κυρία Μέρκελ να μην μπορεί να δανειστεί τα 6 δις που γύρευε από τις «αγορές». Νομίζω ότι μαζί με μας και οι «αγορές» (κάπου σε κάποιο πανάκριβο διαμέρισμα του Μανχάταν ή κάποιον πύργο εις τας βρετανικάς εξοχάς) χαμογελούν με ικανοποίηση. Αλλά όλα αυτά μάλλον είναι πολύ δυσνόητα για το ευρύ κοινό και καλό να τα αφήσουμε στην άκρη.
Καλό είναι να κοιτάξουμε λίγο τη δουλειά μας. Γιατί εμείς κάνουμε κανονικές δουλειές, δεν ζούμε από το copyright του τραπεζογραμματίου, δεν ανεβάζουμε θεατρικές παραστάσεις για τους πολίτες των χωρών και δεν μας πολυαπασχολεί η εξουσία, η πλανητική στρατηγική και όλα τα μάταια που απασχολούν αυτούς που έχουν τα μέσα και το χρόνο για να ασχολούνται. Και εννοώ δουλειές με απτή χρησιμότητα για την κοινωνία που πρέπει να γίνουν ό,τι χρηματικές αξίες και αν τις συνοδεύουν, εκπεφρασμένες σε όποιο νόμισμα παίζει κατά καιρούς και κατά τόπους (ευρώ, τάλαρα/δολάρια, λίρες, δραχμές, στατήρες ή σέκελ). Αυτές οι δουλειές πάντα γίνονται και θα γίνονται, είναι “all weather”, και επηρεάζονται μάλλον θετικά από «πολεμικές» καταστάσεις αν γενικά ξέρεις τι κάνεις.
Το ηθικόν δίδαγμα που και πάλι προσπαθώ να «πουλήσω» είναι ότι η στάση αναμονής και άμυνας από πλευράς των επιχειρούντων δεν οδηγεί στην τωρινή περίσταση σε θετικά αποτελέσματα. Η εικόνα πάντως που αποκομίζει κανείς σήμερα από τον παλμό της αγοράς σε γενικές γραμμές είναι ότι οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει και αυτές τη διερεύνηση της επόμενης ημέρας αλλά όχι όσο ενεργητικά και αποφασιστικά όσο χρειάζεται. Χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα του χώρου μας είναι το μούδιασμα της μεταφοράς, γιατί φαίνεται ότι εκεί δεν έχει γίνει ακόμη απόλυτα κατανοητό ότι ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω και βέβαια η πραγματικότητα της οικονομίας δεν περιμένει και πάρα πολύ κανέναν για να προσαρμοστεί. Από την άλλη πλευρά παρατηρείται κάποια κινητικότητα ή έστω ενδιαφέρον των επιχειρήσεων για το ηλεκτρονικό εμπόριο, το ηλεκτρονικό marketing και την ανάπτυξη των εξαγωγών (αν και στον τελευταίο τομέα δεν βοηθάει καθόλου η πλήρης παράλυση των κρατικών υπηρεσιών). Ωστόσο όσα γίνονται ακόμα δεν αρκούν για να υπάρξει λύση.
Είναι σαφές ότι κοντεύουμε πια να ξύσουμε ως οικονομία τον πάτο του βαρελιού, όποτε δεν αργεί η ώρα που γύρω μας θα αρχίσουν ξαφνικά να γίνονται πολλές κινήσεις στην αγορά. Και γι’αυτό το λόγο το σοφό τώρα πια είναι να προετοιμαζόμαστε. Με ποιον τρόπο; Νομίζω ότι όλα έχουν κατ’ επανάληψη ειπωθεί στο παρελθόν – ορθολογικό management, ανάπτυξη ανθρώπινων πόρων, καλύτερο software, νέο προϊόν, ποιότητα, εξωστρέφεια – και ναι μεν σε παλαιότερες εποχές που οι κρουνοί δανεικού χρήματος έτρεχαν συνεχώς όλα αυτά ακούγονταν περίπου ως θεωρητικές φιοριτούρες και συμβουλίστικες αερολογίες αλλά τώρα πια δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι τα υποτιθέμενα αυτά «θεωρητικά σχήματα» είναι η μόνη ορθολογική διέξοδος προς τα μπρος.
Όσο για το πολυέξοδο πολιτικό μας σύστημα, καλό είναι να συνέλθει γρήγορα και για να μην αυτοκαταργηθεί τελείως (αφού στην τελική η ύπαρξη του εφευρέθηκε και εξυπηρετεί κάποιον σκοπό) να κάνει επιτέλους μέσα στα δημοσιονομικά στενά της τωρινής πραγματικότητας – ανεξαρτήτως νομίσματος – και κάποιες ορθολογικές κινήσεις. Να ξεχάσει δηλαδή τις τραπεζικές κομπίνες και τις κομπίνες με τη δημόσια περιουσία, να μη στενοχωριέται και τόσο πολύ γιατί κάποιοι υπάλληλοί του ζουν το δράμα της μείωσης των αποδοχών τους κατά 70% (!!), να μην πουλάει εθνικοφροσύνες ή «δημοκρατικές» ευαισθησίες κατά περίπτωση για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και να φροντίσει να πάψει να κυνηγά την ιδιωτική περιουσία, τις χαμηλόμισθες μάζες καταναλωτών και τις μη κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις με παράνομους, παράλογους και υπερβολικούς φόρους. Να φροντίσει να εξοικονομήσει ή να δημιουργήσει πόρους για να τονισθεί τώρα η επιχειρηματικότητα και η εργασία και να μην κάνουν οι υπηρεσίες του μήνες αμέτρητους για να επεξεργαστούν (πόσο δύσκολο είναι άραγε;) επενδυτικά προγράμματα ή δικαιολογητικά των επιχειρήσεων που παραμένουν δραστήριες και αποτελούν τη μοναδική υγιή διέξοδο από το πρόβλημα που οι ίδιοι μας έχουν δημιουργήσει (ή τουλάχιστον δεν μπόρεσαν να αποφύγουν παρά το ότι ήξεραν αρκετά καλά ότι μας έρχεται).
Πάντως φίλοι αναγνώστες μην ανησυχείτε. Βασική κινητήριος δύναμη του κόσμου ήταν και είναι πάντα η Ανάγκη. Ό,τι πρέπει να γίνει, θα γίνει με τον ένα ή άλλο τρόπο σύντομα χωρίς να είναι απαραίτητο να το επιδιώξουμε ενεργά. Ανάγκαν και οι Θεοί...

Γιάννης Ζώης, Δεκέμβριος 2011 /Περιοδικό "Supply Chain & Logistics"

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Φθινόπωρο

Ανατολική Ευρώπη 1991. Δυτική Ευρώπη 2011; Άκουσα και τις προάλλες τον Galbraith junior σε μια αποστροφή του λόγου του να κάνει τον παραλληλισμό της τωρινής κατάστασης με την πτώση της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ και μου επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι που έχω αναπτύξει παρακολουθώντας κάτι «ολίγιστους» (με βάση γνωστή φράση έτερου καθηγητή) να ακολουθούν τη ροή των γεγονότων περίπου άπραγοι. Και εδώ που τα λέμε μακάρι να ήταν και κυριολεκτικά άπραγοι γιατί οι όποιες πράξεις τους φαίνεται ότι απλά χαντακώνουν χειρότερα τις συλλογικές μας προοπτικές και δεν πρέπει να αγνοούμε βέβαια και τους διάφορους παρατρεχάμενους που μέσα στην αναμπουμπούλα προσπαθούν να κάνουν την προσωπική τους «μεγάλη μπάζα» (κατά το δημώδες).

Η επόμενη δυσάρεστη σκέψη που κάνω συνειρμικά είναι η εξής: «πού έχει πάει η ανατολική Ευρώπη είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευσή της και την ένταξή της σε μεγάλο βαθμό στους δυτικούς θεσμούς;» (Φρονώ ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η διαφορετικότητα του συστήματος που υπήρχε εκεί). Η απάντηση είναι, τουλάχιστον για όσους έχουν ταξιδέψει για δουλειά στις χώρες αυτές, προφανής. Εμένα προσωπικά μου έκαναν εντύπωση οι μισθοί δημοσίων υπαλλήλων των 180€, τα κλειστά φώτα στα γραφεία μεγάλων εταιρειών με το προσωπικό να εργάζεται περίπου στο σκοτάδι, η εγκατάλειψη ολόκληρων επαρχιών από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό τους, η εκτεταμένη παρανομία, η προσεκτική κατανάλωση και η γενική μιζέρια. Ακόμα και η ανατολική Γερμανία, ενσωματωμένη δύο δεκαετίες μέσα στην «ατμομηχανή» της Ευρώπης, έχει και σήμερα τα κακά της χάλια. Και παρ’όλα αυτά στην Ελλάδα προωθούμε στα σοβαρά σενάρια ανατολικής Γερμανίας με τη συνδρομή τευτόνων συμβούλων στρατηγικής. Αλήθεια πώς φαντάζεται το μέλλον του ο έλληνας επιχειρηματίας της Ερμού, της Σταδίου ή της Τσιμισκή (που ακόμα υπάρχει) με τους καλούς του πελάτες να έχουν πια μισθούς των 180€; Ή μήπως το μέλλον του είναι να ανοίξει σουβλατζίδικο στο Coney Island ή τη Μελβούρνη;

Μια τρίτη – δυστυχώς και πάλι πολιτική - παρατήρηση που θα ήθελα να κάνω είναι ότι η συνέχιση της φορολογικής αφαίμαξης του γενικού πληθυσμού και στη συνέχεια του αναγκαστικά  άτακτου ‘re-engineering’ του κράτους οδηγεί στην εξαγωγή σε ξένες τσέπες μεγάλου μέρους του συσσωρευμένου ιδιωτικού και δημόσιου κινητού και ακίνητου πλούτου, δηλαδή του μοναδικού μέσου με το οποίο θα μπορούσαμε να ξαναβάλουμε μπροστά εμείς οι ίδιοι την οικονομία μας. Αν πάλι θεωρούμε ότι την οικονομία μας θα την βάλουν μπροστά ξένες επενδύσεις, απλά εθελοτυφλούμε μπροστά στην πραγματικότητα ότι μέχρι στιγμής οι «ξένοι» (επιχειρήσεις και εργατικό δυναμικό) έχουν δημιουργήσει μια κολοσσιαία μαύρη τρύπα αντλώντας από την τοπική αγορά ετησίως ένα δυσθεώρητο βουνό αφορολόγητων δις. Αυτή η ιστορία οδηγεί νομοτελειακά το τοπικό μας μικρο-σύστημα στο ντουβάρι. Και θα ήθελα να συμπληρώσω σε αυτό το σημείο μετ’ επιτάσεως ότι και οι προσωπικές στρατηγικές δεν μπορεί να έχουν τύχη μπροστά στον κατακλυσμό που έρχεται.

Η τελευταία (και πλέον δυσάρεστη) σκέψη που κάνω μετά τα προηγούμενα είναι ότι η θέση μας στην ευρωζώνη μας έχει βάλει σε μια κατάσταση περίπου μηδενικών επιλογών, στο γνωστό «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», οπότε η υπόθεσή μας δεν μπορεί να έχει happy end εξ ορισμού. Αν μας λυπηθεί ο Τετραγράμματος, το πολύ πολύ να φωτίσει τους δυνάστες μας (κύρια για το καλό τους) να ακολουθήσουν μια κεντρική πολιτική πιστωτικής επέκτασης όπως κάνουν οι Αμερικάνοι από την εποχή του Βιετνάμ.

Έχοντας αναπτύξει στο «χαρτί» τις ευχάριστες... σκέψεις μου των τελευταίων ημερών, αισθάνομαι υποχρεωμένος να επαναλάβω τις παραινέσεις αφύπνισης που γίνονται από αυτή τη στήλη τα τελευταία δύο χρόνια. Και να κάνω και δύο καινούργιες:

Καθώς το εργατικό κόστος αποκλιμακώνεται σχετικά γρήγορα πια, πρέπει οι επιχειρήσεις να αρχίσουν να παίζουν επιθετικά πλέον και όχι αμυντικά. Με άλλα λόγια πρέπει να αναπροσαρμόσουν την στρατηγική τους αναπτύσσοντας νέα προϊόντα που θα είναι αρκετά φθηνά για την εγχώρια κατανάλωση και ταυτόχρονα αρκετά ποιοτικά αναβαθμισμένα για την επαναδιείσδυσή μας στις παραδοσιακές (προ ΕΟΚ) αγορές-πελάτες μας (Μέση Ανατολή, Ρωσία) και όχι μόνον. Ταυτόχρονα καλό θα είναι σταδιακά να απαγγιστρωθούν μερικά από τις εισαγωγές εμπορεύματος και πρώτων υλών και να αναπτύξουν συνεργασίες μέσα στην Ελλάδα. Μιλάω για ένα ενδο-ελληνικό ‘new deal’, όπου όλα τα μεγέθη θα σταθεροποιηθούν σε νέα επίπεδα με καθεστώς σχετικής κοινωνικής ηρεμίας. Πιστεύω ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον από πρωτοβουλίες ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες λογικά αντιδρώντας στη νέα κατάσταση θα πρέπει να έχουν στρατηγική ανάπτυξης του τζίρου τους κι όχι της μοναδιαίας κερδοφορίας τους. Το κράτος μάλλον δεν βρίσκεται και ούτε θα βρεθεί σύντομα σε θέση να βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση. Το μόνο που μπορεί να κάνει σίγουρα είναι να σταματήσει αυτήν την ανιστόρητη φοροκαταιγίδα που ζούμε μέρα προς μέρα.

Η δεύτερη παραίνεση είναι λογικό επακόλουθο της πρώτης. Ο Galbraith junior (που λέγαμε πριν) παρατήρησε έχοντας απόλυτη επίγνωση της κατάστασης ότι δεν πρέπει να περιμένουμε σύντομα τα πράγματα να γυρίσουν από μόνα τους προς το καλύτερο. Και επισήμανε ότι αφού πρέπει κάτι να γίνει κατά τρόπο ενεργό και σχεδιασμένο, καλό θα ήταν να μην εμπιστευόμαστε την υλοποίησή του σε αυτούς που έχουν αποδείξει ανά τα χρόνια ότι δεν μπορούν, δεν θέλουν ή δεν τους «κόβει». Χρειάζεται επειγόντως να επιβάλλουμε ενεργά μια αλλαγή του επιτελείου χρησιμοποιώντας ανθρώπους που γνωρίζουν τα θέματα καλά και έχουν σκέψη με ιστορικό βάθος. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπάρχουν πια τέτοιοι.

Γιάννης Ζώης /Οκτώβριος 2011